close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Teilnahme

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Teilnahme die Teilnahmen
γενική der Teilnahme der Teilnahmen
δοτική der Teilnahme den Teilnahmen
αιτιατική die Teilnahme die Teilnahmen

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Teilnahme (de) θηλυκό

  1. συμμετοχή
  2. παρουσία
  3. συμπάθεια, συμπόνια
  • Teilnahme - Duden online.
  • Teilnahme @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).