Teilnahme
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Teilnahme | die | Teilnahmen |
| γενική | der | Teilnahme | der | Teilnahmen |
| δοτική | der | Teilnahme | den | Teilnahmen |
| αιτιατική | die | Teilnahme | die | Teilnahmen |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Teilnahme (de) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- Teilnahme - Duden online.
- Teilnahme @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).