close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

der

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο πληθυντικός
ονομαστική der die das die
γενική des der des der
δοτική dem der dem den
αιτιατική den die das die

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /deːɐ̯/
 
 

der (de)

  • τύπος του οριστικού άρθρου der-die-das
  1. ο, η, το ονομαστική ενικού του αρσενικού
    παράδειγμα Der Strauch ist im Garten.
         Ο θάμνος βρίσκεται στον κήπο.
    παράδειγμα Der Stein ist im Garten.
         Η πέτρα βρίσκεται στον κήπο.
    παράδειγμα Der Baum steht im Garten.
         Το δέντρο βρίσκεται στον κήπο.
  2. του, της, γενική ενικού του θηλυκού
    παράδειγμα Das Licht der Sonne ist gelb.
         Το φως του ήλιου είναι κίτρινο.
    παράδειγμα Der Hut der Frau ist gelb.
         Το καπέλο της κυρίας είναι κίτρινο.
    παράδειγμα Die Blüte der Blume ist gelb.
         Το άνθος του λουλουδιού είναι κίτρινο.
  3. στον, στην, στο δοτική ενικού του θηλυκού
    παράδειγμα Ich gebe der Katze Futter.
         Δίνω το φαγητό στη γάτα.
  4. των, γενική πληθυντικού για όλα τα γένη
    παράδειγμα Die Blüten der Blumen sind gelb.
         Τα άνθη των λουλουδιών είναι κίτρινα.

Image Αντωνυμία

[επεξεργασία]

der (de) der (de)

  1. (αναφορική)
    1. που ονομαστική ενικού του αρσενικού
      παράδειγμα Ich meine den Hut, der dort hängt.
           Εννοώ το καπέλο που κρέμεται εκεί.
    2. που δοτική ενικού του θηλυκού
      παράδειγμα Die Katze, der du Futter gegeben hast.
           Η γάτα που έδωσες φαγητό.
  2. (δεικτική)
    1. αυτός, αυτή, αυτό ονομαστική ενικού του αρσενικού
      παράδειγμα Der ist ganz schön arrogant.
           Αυτός είναι αρκετά αλαζονικός.
    2. αυτόν, αυτή, αυτό δοτική πληθυντικού για όλα τα γένη
      παράδειγμα Der habe ich einen Brief geschickt.
           Έστειλα ένα γράμμα σε αυτή.
  3. (προσωπική, καθομιλουμένη, τοπικός, ενικός) υποκατάστατο στο "er" (αυτός)
     δείτε τη λέξη er

Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Image Επίρρημα

[επεξεργασία]

der (da)



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Image Επίρρημα

[επεξεργασία]

der (no)