close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

este

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]

este < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔσται, μεσαιωνικό απαρέμφατο του ρήματος εἶμαι

Image Απαρέμφατο

[επεξεργασία]

este (èste)

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Image Αντωνυμία

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
este estes

este (pt)

  • αυτός εδώ (μιλώντας για κάτι ή κάποιον που βρίσκεται κοντά σ' αυτόν που μιλάει)