este
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]este < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔσται, μεσαιωνικό απαρέμφατο του ρήματος εἶμαι
Απαρέμφατο
[επεξεργασία]este (èste)
- απαρέμφατο του ime
Πηγές
[επεξεργασία]- èste Vocabolario σελ.201 - Λαμπρινός Στέφανος. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| este | estes |
este (pt)