| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| compromise n | (agreement) | συμβιβασμός ουσ αρσ |
| | The rivals agreed on a compromise and stopped fighting. |
| | Οι αντίπαλοι συμφώνησαν σε έναν συμβιβασμό και σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. |
| compromise⇒ vi | (reach agreement by negotiating) | συμβιβάζομαι ρ αμ |
| | After much discussion and negotiation, the two companies finally compromised. |
| | Μετά από πολλές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, οι δυο εταιρείες τελικά συμβιβάστηκαν. |
| compromise vi | (make concessions) | συμβιβάζομαι ρ αμ |
| | | κάνω συμβιβασμούς περίφρ |
| | Samantha has always compromised in her marriage. |
| | Η Σαμάνθα πάντα κάνει συμβιβασμούς στον γάμο της. |
| compromise on [sth] vi + prep | (accept [sth] substandard) (σε κτ, σχετικά με κτ) | συμβιβάζομαι ρ αμ |
| | (σε κτ, σχετικά με κτ) | κάνω συμβιβασμούς περίφρ |
| | It's better to compromise on location than safety when purchasing a house. |
| | Είναι καλύτερα να κάνεις συμβιβασμούς όσον αφορά την περιοχή και όχι την ασφάλεια όταν αγοράζεις σπίτι. |
| compromise [sth]⇒ vtr | (put at risk) | διακινδυνεύω, διακυβεύω ρ μ |
| | | θέτω σε κίνδυνο περίφρ |
| | Flying a plane that has not been inspected properly compromises the safety of everyone on board. |
| | Η πτήση ενός αεροπλάνου που δεν έχει σωστά ελεγχθεί θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια όλων των επιβαινόντων. |
| compromise [sb]⇒ vtr | (jeopardize reputation, etc.) | διακυβεύω το όνομα κάποιου, διακυβεύω την υπόληψη κάποιου περίφρ |
| | | δυσφημίζω, δυσφημώ, διασύρω ρ μ |
| | The leader's connection with a known fraudster has compromised him. |