close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

ce

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]

Image Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ce ces

ce (fr) και cet (θηλυκό cette)

  1. (δεικτικό) αυτός

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  1. Εκφράζει κάποιον ή κάτι που βλέπουμε ή το οποίο σκεφτόμαστε τη στιγμή που μιλάμε.
  2. Μπροστά σε φωνήεν ή h muet, γράφεται cet.



Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ce < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καί με τσιτακισμό του φωνήματος [k] μπροστά από [e] και [i].

Image Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

ce

  1. και